Προσωπική ανάπτυξη: Μαθαίνοντας καλύτερα τον εαυτό μας

«Θέλω να αλλάξω», «θέλω να γίνω πιο δυνατός», «θέλω να μην επηρεάζομαι τόσο», «θέλω επιτέλους να πετύχω τους στόχους μου» Αλήθεια, πόσες φορές έχουμε πει τις παραπάνω φράσεις;

Συχνά μιλάμε για προσωπική ανάπτυξη σαν να πρόκειται για μια συνεχή προσπάθεια να γίνουμε καλύτεροι, πιο δυνατοί και πιο επιτυχημένοι. Να διορθώσουμε τις αδυναμίες μας, να πετύχουμε περισσότερα και γενικότερα να γίνουμε μία «καλύτερη εκδοχή» του εαυτού μας. Μάλιστα, η έννοια χρησιμοποιείται αρκετά τα τελευταία χρόνια και συχνά συνδέεται με την αυτοβελτίωση και την επιτυχία.

Δυστυχώς, η παραπάνω αντίληψη μπορεί εύκολα να μας βάλει σε μία ακόμη διαδικασία πίεσης, σα να μην αρκεί η πίεση της καθημερινότητας. Σαν να μην είμαστε αρκετοί όπως είμαστε και να χρειάζεται συνεχώς κάτι να διορθώσουμε.

Ας κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι η προσωπική ανάπτυξη δεν είναι ένας αγώνας προς την τελειότητα. Αντίθετα, είναι μια διαδικασία αυτογνωσίας, αποδοχής και σταδιακής αλλαγής, όπου καλούμαστε κυρίως να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας: «ποιοι είμαστε», «τι χρειαζόμαστε», «τι πραγματικά επιθυμούμε», «τι μας φοβίζει και τι μας δυσκολεύει». Να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες, τις επιθυμίες αλλά και τους φόβους και τα όριά μας και μέσα από αυτή τη γνώση, να μπορούμε να κάνουμε πιο συνειδητές επιλογές, αντί να ακολουθούμε απλώς αυτό που περιμένουν οι άλλοι από εμάς.

Η αυτογνωσία είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα θεμέλια της ψυχικής μας εξέλιξης και ενδεχομένως το πρώτο βήμα προς την προσωπική ανάπτυξη. Και το σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται για μία εύκολη διαδικασία. Για παράδειγμα, πολλές φορές αντιδρούμε σε ανθρώπους και καταστάσεις χωρίς να καταλαβαίνουμε πραγματικά τι βρίσκεται πίσω από τη συμπεριφορά μας.

Γιατί δυσκολεύομαι τόσο να πω «όχι»; Τι φοβάμαι ότι θα συμβεί αν αρνηθώ; Μήπως ότι ο άλλος θα θυμώσει, θα απογοητευτεί ή θα απομακρυνθεί; Γιατί φοβάμαι μήπως απογοητεύσω τους άλλους;

Γιατί επιλέγω ή επαναλαμβάνω σχέσεις που τελικά με πληγώνουν; Έχω αναρωτηθεί μήπως τελικά επιλέγω ανθρώπους με κοινά χαρακτηριστικά ή αν επαναλαμβάνω έναν συγκεκριμένο τρόπο να σχετίζομαι μαζί τους;

Γιατί ενώ θέλω κάτι, συχνά υπονομεύω την προσπάθειά μου;

Αυτογνωσία σημαίνει ότι αρχίζω να παρατηρώ τον εαυτό μου χωρίς να τον καταδικάζω. Να αναγνωρίζω τα μοτίβα μου, να καταλαβαίνω από πού μπορεί να προέρχονται και, κυρίως, να συνειδητοποιώ ότι αυτό που έμαθα να κάνω μέχρι σήμερα δεν είναι απαραίτητα αυτό που χρειάζεται να συνεχίσω να κάνω και αύριο.

Μέσα από την αυτοπαρατήρηση και την ψυχοθεραπευτική διαδικασία μπορούμε να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, φόβους, πεποιθήσεις και ανάγκες που βρίσκονται πίσω από τη συμπεριφορά μας και να κατανοούμε πώς αυτά επηρεάζουν τις επιλογές και τις σχέσεις μας.

Αυτογνωσία, όμως, δεν σημαίνει αυστηρότερη αυτοκριτική. Σημαίνει ότι μαθαίνω να κοιτάζω τον εαυτό μου με ειλικρίνεια, περιέργεια και μεγαλύτερη κατανόηση.

Πολλές φορές θεωρούμε ψυχικά δυνατό τον άνθρωπο που «δεν λυγίζει». Εκείνον που δεν φοβάται, δεν στενοχωριέται, δεν καταρρέει, αλλά αντέχει, συνεχίζει και δεν αφήνει τίποτα να τον επηρεάσει.

Είναι όμως έτσι; Η ζωή έχει αστάθμητους παράγοντες: απώλειες, απογοητεύσεις, αλλαγές, ματαιώσεις και καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Είναι φυσιολογικό κάποιες φορές να φοβηθούμε, να θυμώσουμε, να στενοχωρηθούμε, ακόμη και να αισθανθούμε ότι δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Η ψυχική ανθεκτικότητα συχνά παρερμηνεύεται και είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν μετριέται από το πόσο λίγο πονάμε. Αντίθετα, φαίνεται στον τρόπο που φροντίζουμε τον εαυτό μας όταν δυσκολευόμαστε, στο πώς προσαρμοζόμαστε σε μία νέα πραγματικότητα και στο πώς σταδιακά καταφέρνουμε να βρούμε και πάλι την ισορροπία μας.

Και αυτή η ικανότητα δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό με το οποίο γεννιόμαστε. Μπορεί να καλλιεργηθεί όταν μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε και να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας, όταν δημιουργούμε υποστηρικτικές σχέσεις, όταν αποδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα και όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ζητήσει βοήθεια όταν τη χρειάζεται.

Γιατί ναι, ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα καταφέρνουμε όλα μόνοι μας. Το να μπορώ να αναγνωρίσω ότι δυσκολεύομαι και να ζητήσω βοήθεια είναι και αυτό μία σημαντική ψυχική δεξιότητα.

Ένα μεγάλο μέρος της προσωπικής μας ανάπτυξης αφορά και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε και σχετιζόμαστε με τους άλλους.

Επικοινωνία δεν είναι μόνο οι λέξεις που χρησιμοποιούμε αλλά και το αν ακούμε πραγματικά τον άλλον, αν μπορούμε να αντέξουμε μία διαφορετική άποψη και αν έχουμε μάθει να εκφράζουμε αυτό που νιώθουμε αντί να κατηγορούμε τον άλλον.

Πόσο εύκολα λοιπόν, μπορώ να πω στον άλλον αυτό που πραγματικά αισθάνομαι; Μπορώ να εκφράσω μία ανάγκη χωρίς να περιμένω ότι θα πρέπει να την καταλάβει μόνος του; Μπορώ να διαφωνήσω χωρίς να επιτεθώ; Μπορώ να βάλω ένα όριο χωρίς να αισθανθώ ενοχές;

Πόσο εύκολα μπορώ να πω:

«Αυτό με ενοχλεί.»
«Δεν συμφωνώ.»
«Χρειάζομαι χρόνο.»
«Θέλω να είσαι περισσότερο δίπλα μου.»
«Όχι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω.»

Και βέβαια, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι όριο δεν σημαίνει απόρριψη. Σημαίνει ότι αναγνωρίζω μέχρι πού μπορώ να φτάσω εγώ και από πού αρχίζει ο άλλος. Η διεκδικητική επικοινωνία και τα υγιή προσωπικά όρια μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την ποιότητα των συντροφικών, οικογενειακών, φιλικών και επαγγελματικών μας σχέσεων.

«Μέχρι αυτή την ηλικία πρέπει να έχω πετύχει…»
«Θα έπρεπε να έχω κάνει οικογένεια…»
«Πρέπει να είμαι πιο επιτυχημένος…»

Πόσοι από τους στόχους που κυνηγάμε είναι πραγματικά δικοί μας;

Μπορεί να πιστεύουμε ότι, εφόσον εμείς βάζουμε τους στόχους μας, είναι και δικοί μας. Και όμως, αρκετές φορές επηρεάζονται από κοινωνικές προσδοκίες, οικογενειακά πρότυπα ή από τη σύγκρισή μας με τους άλλους και σταδιακά μετατρέπονται σε ένα εσωτερικό «πρέπει».

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, όχι μόνο «πώς θα πετύχω τον στόχο μου;» αλλά και:

«Είναι πραγματικά δικός μου αυτός ο στόχος; Ταιριάζει στις αξίες, στις ανάγκες και στη ζωή που εγώ θέλω να δημιουργήσω;»

Γιατί ένας ουσιαστικός προσωπικός στόχος χρειάζεται να συνδέεται με τις δικές μας αξίες και ανάγκες.

Δεν χρειάζεται να υπάρχει πάντα μία ψυχική διαταραχή ή μία μεγάλη κρίση για να κάνει κάποιος ψυχοθεραπεία.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να μας προσφέρει τον χώρο και τον χρόνο να σταθούμε λίγο περισσότερο και να κατανοήσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας. Να καταλάβουμε γιατί επαναλαμβάνουμε συγκεκριμένες συμπεριφορές και μοτίβα, γιατί δυσκολευόμαστε σε κάποιες σχέσεις, τι φοβόμαστε να αλλάξουμε και τι πραγματικά έχουμε ανάγκη.

Φυσικά, δεν μας δίνει έτοιμες απαντήσεις για το πώς πρέπει να ζήσουμε. Μπορεί όμως να μας βοηθήσει να βρούμε τις δικές μας απαντήσεις. Άλλωστε, προσωπική ανάπτυξη δεν σημαίνει να ξυπνήσουμε μία ημέρα χωρίς φόβους, ανασφάλειες ή αδυναμίες. Ούτε να φτάσουμε σε μία ιδανική εκδοχή του εαυτού μας.

Προσωπική ανάπτυξη δεν σημαίνει να γίνουμε κάποιος άλλος. Σημαίνει να γνωρίζουμε λίγο καλύτερα τον εαυτό μας, να τον αποδεχόμαστε περισσότερο, να μαθαίνουμε από όσα ζούμε και να μπορούμε να επιλέγουμε πιο συνειδητά τον τρόπο που θέλουμε να σχετιζόμαστε και να προχωράμε στη ζωή μας.

Προσωπική ανάπτυξη, τελικά, δεν σημαίνει να γίνουμε κάποιος άλλος αλλά να έρθουμε λίγο πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είμαστε.

Μαρίνα Μόσχα

Απάντηση